Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2020

Η πόρτα

Ήμουν στην ώρα μου. Έφτασα ίσως και νωρίτερα. Μαζεύονταν ο κόσμος σιγά σιγά. Αμούστακα παιδιά ήμασταν όλοι. 

Κάποιος στο βάθος άρχισε να διαβάζει ονόματα και ένας ένας να περνούν την πόρτα.

Κόντευε να σπάσει η καρδιά μου. Μα...γιατί δεν έλεγε το δικό μου όνομα; Όχι δεν ήταν δυνατόν. 

Είχα έρθει σωστά αυτή τη φορά. Στο σωστό μέρος. Τη σωστή ημέρα. Τη σωστή ώρα.

Αααααα να....με φώναξε. "ΕΓΩ, ΕΓΩ είμαι" Προχώρησα. Έτρεμα. Η πόρτα ήταν εκεί. Έστεκε. Την πέρασα. Αυτό ήταν. Ισοπέδωση, Ιδρώτας, Αγωνία,, Πόνος αλλά και Ελπίδα, Συντροφικότητα.

Η πόρτα άνοιγε σπάνια στην αρχή. Μετά ήταν πάντα ανοιχτή. Κάποιοι έφυγαν. Κάποιοι έφυγαν νωρίς. Τους θυμάμαι όλους. Έναν, έναν.

Περνάει ο καιρός. Η οικογένεια όμως; Η μεγάλη αυτή οικογένεια; Άλλαξαν τα μέρη, άλλαξαν τα πρόσωπα. Άλλαξαν οι απαιτήσεις. Η αγωνία εκείνης της πρώτης εκείνης ημέρας ίδια. 

Τελειώνει ο χρόνος. Βλέπω την πόρτα από την άλλη πλευρά. Έτοιμη να ανοίξει για να φύγω. Χαίρομαι. Χαμογελώ. Κάποιοι περιμένουν από έξω. Όπως τότε εγώ. Παιδιά με όνειρα.




Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2020

Αξία

 - Έλα, έλα να δεις!! Θέλω να με ζωγραφίσουν μπαμπά. Σε παρακαλωωώ μπαμπά.

- Μα....λες;

Κοντοστάθηκα και έπιασα την κόρη μου από το χέρι. Εκείνη την ώρα ένα ζευγάρι όμορφο έστεκε απέναντι από τη ζωγράφο. Χαμογελούσαν. Έδειχναν να απολαμβάνουν τη στιγμή. Ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών ο καθένας. Της κρατούσε χαμηλά το χέρι. Κλεφτά γύριζε αυτή και έβλεπε τον έρωτά της. Η ζωγράφος άλλαζε μολύβια. Έκοβε γωνίες. Η δροσιά του δειλινού στο νησί και ο ήχος από το ακορντεόν συμπλήρωναν αυτόν τον υπέροχο πίνακα. Ζωντανός, πολυαισθητικός πίνακας. Η αποτύπωση αυτή θα βρίσκεται τώρα στο σπίτι του αγαπημένου ζευγαριού. Όπως και της κόρης μου, στο δικό της δωμάτιο.


Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2020

Δώσε μου το χέρι σου

Βρέθηκε η παρέα μετά τις καλοκαιρινές διακοπές. Διαδικτυακή συνάντηση. Όπως πάντα. Λέγαμε και λέγαμε και λέγαμε. Ειπώθηκε η λέξη "Συναίσθηση".  Αυτό ήταν. Αφορμή για γραφή. Δεκαπέντε λεπτά.


Συναίσθηση!! Ενσυναίσθηση!!

Ωραίες λέξεις. Μοδάτες λέξεις.

Βαριές λέξεις. Πορεία ζωής,

Σκοτάδι και στο βάθος φως.

Άδειασμα ψυχής αλλά τόσο δημιουργική σχέση.

Πλησιάζεις τους δαίμονες του άλλου.

Τους γνωρίζεις.

Τους μαθαίνεις. Τους πολεμάς.

Η μάχη θέλει θυσίες.

Κερδίζεις. Χαμογελάς.

Χέρι χέρι βγαίνετε από το σκοτάδι.

Δώσε το χέρι σου ή καλύτερα ....

πάρε το δικό μου.



Τετάρτη 29 Απριλίου 2020

Instalations

Η πρόκληση-άσκηση ήταν απλή. Διαλέγεις όσα θέλεις από τα μοντέρνα γλυπτά του άρθρου: 19 μοντέρνα γλυπτά που μόλις τα δείτε θα τα ερωτευτείτε! και ...... γράφεις.

Σήκωσα το βλέμμα στο μαβή δειλινό
Είδα τη μορφή του
Αγέρωχος
Χαρακτηριστικά στεγνά
Τρόμαξα
Σιδερένιες ρόδες έτριζαν στους αδειανούς δρόμους
Ο Νόμος δεν υπάρχει πια. Χάθηκε
Γλυκό μένει το βλέμμα σου
Με ησυχάζεις
Αδειανό και το κοστούμι σου με ένα ζευγάρι παπούτσια να ζητάνε ζεστασιά
Αγώνας για Ελευθερία είπες
Το είπες και χάθηκες
Έμεινα καρφωμένη στην καρέκλα
Στην καρέκλα της τέχνης, της μουσικής, του χορού
Σε εκείνο το δειλινό είδα το αύριο
Είδα την ξενιτιά. Την εξορία
Τα μεταλλικά τέρατα ήξεραν
Ήξερες και εσύ
Μόνο μου χαμογέλασες και χάθηκες


Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

Συναντήσεις κάτω από το τραπέζι

Εκεί. Εκεί ήταν ο κόσμος του. Κάτω απ' το τραπέζι οι ήχοι είναι διαφορετικοί. Απόκοσμοι. Μακρόσυρτοι. Η κίνηση στο δρόμο, το κλάμα του μωρού χάνονται από τα αυτιά του.
Σύρθηκε από κάτω και τράβηξε την καρέκλα. Αυτό ήταν. Ο Κλήμης και ο Φέγκης. Ο Φέγκης ήταν πάντα εκεί και περίμενε υπομονετικά τον φίλο του. Ο Κλήμης δεν έχανε την ευκαιρία. Περνούσε πολλές ώρες στο καταφύγιο τους. Η εικόνα του Φέγκη πλασμένη από καιρό ήταν η συντροφιά του Κλήμη στα παιχνίδια του, στην αγωνία του, στα γέλια του. Ακόμα και στην γκρίνια του. Εκεί, μαζί κάτω από το τραπέζι. Δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια ελιγμών εκεί και αυτό βόλευε τον Κλήμη. Έτσι και αλλιώς δεν μπορούσε να τρέξει σαν τα άλλα παιδιά. Με τα κινητικά προβλήματα που ήταν εμφανή πια ο κόσμος κάτω από το τραπέζι με τον αγαπημένο του φίλο έμοιαζε μαγικός.

Ο Κλήμης χαιρόταν πολύ όταν τον έψαχνε η μητέρα του και δεν μπορούσε να τον βρει. Γιατί όμως ήταν δακρυσμένη όταν εμφάνιζε το κεφάλι του πίσω από το τραπεζομάντηλο; Αυτό ο Κλήμης δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Αυτός ήταν ευτυχισμένος με τη συντροφιά του Φέγκη. Η μαμά του γιατί έκλαιγε;
Από εκείνη την κρυψώνα ο Κλήμης είδε τον πατέρα του να χαστουκίζει τη μαμά του. Από εκεί άκουσε για την ανεργία. Από εκεί άκουσε για το θάνατο της γιαγιάς του. Εκεί. Εκεί ένιωσε και τον σεισμό. Εκεί. Πάντα με τον Φέγκη.

Τετάρτη 15 Μαΐου 2019

Ο μικρός Παραμυθάς

Ο μικρός Άγγελος άρχισε να περπατά στον μακρύ διάδρομο. Παραμυθάς ο ίδιος, τώρα ζούσε μέσα στο παραμύθι του. Οι σκιές δημιουργούσαν ένα τρομακτικό σκηνικό. Ατρόμητος όπως και οι ήρωές των παραμυθιών του συνέχισε τη διαδρομή.

- Γιατί ευχήθηκα να ζήσω ένα παραμύθι;; Φοβάμαι λίγο.

Ένα χέρι τον ακούμπησε στην πλάτη. Κατατρόμαξε. Γύρισε να κοιτάξει. Κανείς.
Στο τέλος του διαδρόμου η πόρτα οδηγούσε σε μια σάλα. Με φώτα. Πολλά φώτα. Στον μαρμάρινο καναπέ κάθονταν σταυροπόδι ένα σκαθάρι και μια χελώνα. Πορτοκαλάδα στο ένα χέρι, μπισκότο στο άλλα. Η συζήτηση τους φαίνονταν έντονη μια και δεν έδωσαν σημασία στην παρουσία του Άγγελου.

Ο μικρός μας παραμυθάς άκουγε την κουβέντα αυτών των περίεργων πλασμάτων αλλά δεν καταλάβαινε τι έλεγαν. Σάστισε. Γύρισε να φύγει αλλά ο διάδρομος είχε εξαφανιστεί. Στα δεξιά του υπήρχε ένα παράθυρο. Από εκεί θα έφευγε αν έβλεπε τα σκούρα.

Ξαφνικά η χελώνα γυρίζει, κοιτάζει τον Άγγελο και λέει “Κάθισε. Σε περιμέναμε”. Κάθισε στον καναπέ και πήρε ένα ποτήρι γάλα που υπήρχε επάνω στο τραπέζι. Όχι, δεν το πήρε μόνος του. Το σκαθάρι του έγνεψε ότι έπρεπε να το πάρει.

“Το ευχήθηκες. Πραγματοποιήθηκε. Ζεις το παραμύθι σου” είπε η χελώνα. Εκείνη τη στιγμή κουνήθηκε ο πολυέλαιος και ακούστηκε μια φωνή “3,2,1” και ένα βιβλίο εμφανίστηκε επάνω στο τραπέζι. Σάστισε ο Άγγελος. Έδειξε θάρρος όμως και σηκώθηκε να το πάρει.

“Είσαι έτοιμος;” ρώτησε η χελώνα αφήνοντας την πορτοκαλάδα επάνω στο τραπέζι,
“Αν ανοίξεις το βιβλίο δεν υπάρχει επιστροφή” είπε το σκαθάρι.

Ο Άγγελος πήρε στα χέρια του το βιβλίο. Έριξε μια ματιά το παράθυρο διαφυγής. Ποιο παράθυρο; Δεν υπήρχε κανένα παράθυρο τώρα.

Άνοιξε το βιβλίο. Λευκή σελίδα η πρώτη. Λευκή σελίδα και η δεύτερη, και η τρίτη και η τέταρτη.
Κοίταξε προς το σκαθάρι κάνοντας έναν μορφασμό που έδειχνε ότι δεν καταλάβαινε.
“Εκεί, εκεί στην βιβλιοθήκη είναι ένα μαγικό γυαλί. Με αυτό θα διαβάσεις το βιβλίο”

Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μαγικό γυαλί. Έτρεμε. Η καρδούλα του χτυπούσε δυνατά. Έπιασε το γυαλί. Γύρισε να κοιτάξει την παράξενη παρέα. Είχαν εξαφανιστεί. Ήταν μόνος του τώρα. 

Άνοιξε το βιβλίο στην πρώτη σελίδα και κοίταξε μέσα από το μαγικό γυαλί.
“Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα παιδάκι που αγαπούσε τα ουράνια τόξα....”

Ο Άγγελος χαμογέλασε.